Οι περίφημοι θαμνώνες αειφύλλων-πλατυφύλλων στο Γεωπάρκο

Μεικτή συστάδα με μεμονωμένα άτομα κεφαλληνιακής Ελάτης
Εικ. 1. Μεικτή συστάδα με μεμονωμένα άτομα κεφαλληνιακής Ελάτης και τα σημαντικότερα είδη μακίας βλάστησης (Rhus cotinus, Arbutus unedo, Quercus ilex κ.ά.) στο Ρούδι.

Η βλάστηση των μεσογειακών θαμνώνων (Εικ. 1) περιγράφεται επιστημονικά με τον όρο «maquis» (μακία). Μακία βλάστηση είναι οι θαμνώνες των αείφυλλων πλατύφυλλων ειδών, που σχηματίζουν τη χαρακτηριστική μωσαϊκότητα του τοπίου το οποίο απαρτίζεται από πυκνές, συχνά αδιαπέραστες, συστάδες θάμνων, ύψους συνήθως 1-3 μ. Οι θαμνώνες αυτοί φύονται στα χαμηλά και μέσα υψόμετρα, κυρίως πάνω σε ασβεστολίθους. Στη ζώνη των αείφυλλων πλατύφυλλων δεν κυριαρχεί κάποιο είδος, αλλά υπάρχει μείξη κατά άτομο ή κατά ομάδες των κυρίαρχων ειδών (Κοράκης, 2012).

  Στην Ελλάδα, τα μακί (οι θάμνοι), που δεν έχουν υποβαθμιστεί, βρίσκονται, πλέον, σε δυσπρόσιτες για τον άνθρωπο περιοχές, όπως απόκρημνες πλαγιές, καθώς και σε περιοχές που βρίσκονται υπό καθεστώς ειδικής δασικής διαχείρισης, όπως είναι η χερσόνησος του Άθω στο Άγιον Όρος. Η πλειοψηφία, όμως, των θαμνώνων της χώρας μας, λόγω της υποβάθμισης που δέχθηκαν ανά τους αιώνες, κυρίως από την υπερβόσκηση και τις πυρκαγιές, αντικαταστάθηκαν από θαμνώνες χαμηλότερου ύψους (0,5-1,5 μ.), με ανοιχτή φυλλωσιά. Η ξεχωριστή αυτή, μορφολογικά, βλάστηση αποδίδεται επιστημονικά με τον όρο «garrigue», όπου κυριαρχούν είδη, όπως το περνάρι (Quercus coccifera), το φυλλίκι (Phillyrea latifolia), η κοκκορεβυθιά (Pistacia terebinthus), ο ασπάλαθος ή ασφελαχτός (Calicotome villosa) κ.ά. Σε περιπτώσεις όξινων, υποβαθμισμένων εδαφών, σε θαμνώδεις εκτάσεις, κυριαρχούν είδη λαδανιάς (Cistus creticus, C. salviifolius, C. monspeliensis) και το χαμορείκι ή ρείκι (Erica manipuliflora). (Κοράκης 2012).

Η γλιστροκουμαριά
Εικ. 2. Η γλιστροκουμαριά (Arbutus adrachne), χαρακτηριστικό είδος των αείφυλλων-πλατύφυλλων ειδών με εδώδιμους και εύγευστους καρπούς, στο Ρούδι.

Τα μακί ενίοτε βρίσκονται υπό τη σκιά υψηλών κωνοφόρων δέντρων. Για παράδειγμα, στην Κεφαλονιά, σε παραθαλάσσιες περιοχές, όπου η υψηλή δασική βλάστηση συνίσταται ακόμη από πεύκα (Pinus halepensis), τα οποία έχουν επιβιώσει από τις επιπτώσεις των ανθρωπογενών δράσεων (πυρκαγιές, υπερβόσκηση κ.ά.), υπάρχουν υπό τη σκιά τους θάμνοι, που αποτελούνται κυρίως από σκληρόφυλλα είδη, όπως ο σκίνος (Pistacia lentiscus), ο πρίνος (Quercus coccifera) κ.ά. Επίσης, μακί θα συναντήσουμε στο νησί, σε μείξη με το αειθαλές κυπαρίσσι (Cupressus sempervirens f. horizontalis), με την πυραμιδοειδή μορφή, σχηματίζοντας αξιοθαύμαστους κυπαρισσώνες. (Κοράκης, 2012).

Η αριά
Εικ. 3. Η αριά (Quercus ilex) με το χαρακτηριστικό της βελανίδι, στο όρος Ρούδι.

Κατά τόπους, όπου η κεφαλονίτικη γη δεν καλλιεργείται, υπερβόσκεται και έχει υποβαθμιστεί, καλύπτεται από φρύγανα. Τα φρύγανα είναι χαμηλοί, ημισφαιρικοί, ακανθώδεις ημίθαμνοι και συνθέτουν τη χαρακτηριστική εικόνα των φρυγανικών οικοσυστημάτων, τα οποία, σε αντίθεση με τα πυκνά μακί, φιλοξενούν πολυάριθμα ποώδη φυτά. Η υψηλή βιοποικιλότητα των φρυγάνων είναι προφανής κατά την ανθοφορία τους, την περίοδο της άνοιξης, οπότε προσδίδουν στο κεφαλονίτικο τοπίο μια εντυπωσιακή εικόνα με μεγάλη ποικιλία και εναλλαγή χρωμάτων (Κοράκης, 2012). Κυρίαρχοι ημίθαμνοι στα φρυγανικά οικοσυστήματα της Κεφαλονιάς είναι (Φοίτος & Damboldt, 1985): η αστοιβίδα ή αφάνα (Sarcopoterium spinosum), η γαλαστοιβή (Euphorbia acanthothamnos), οι λαδανιές ή κουνούκλες (Cistus spp.), το αλογο-θύμαρο (Anthyllis hermaniae), οι φουμάνες (Fumana arabica και F. thymifolia), o ασπάλαθος (Calicotome villosa), καθώς και διάφορα χειλανθή (Labiatae), το θυμάρι (Thymus holosericeus), η ρίγανη (Origanum vulgare sp. hirtum), η ασφάκα (Phlomis fruticosa), οι φασκομηλιές (Salvia spp.), το λυχναράκι (Ballota nigra), ο στάχυς (Stachys ionica) κ.ά. Ανάμεσα στα φρύγανα αναπτύσσονται χαρακτηριστικά γεώφυτα (;;), όπως οι ασφόδελοι ή ασπερδούκλες (Asphodelus spp.), οι βολβοί (Muscari spp.), οι σκυλο-κρεμμύδες ή ασκινοκάρες (Urginea maritima) και πλήθος ορχεοειδών των γενών Orchis και Ophrys.

Το όρος Ρούδι αποτελεί φυσική προέκταση του όρους Αίνου, με τον οποίο ενώνεται και έχει υψηλότερη κορυφή τη Γιούπαρη (υψ. 1.125 μ.). Η βλάστηση του όρους αποτελείται από δάσος κεφαλληνιακής ελάτης και μακία βλάστηση. Η μακρόχρονη παρουσία του ανθρώπου είχε ως αποτέλεσμα, σήμερα, οι μεσογειακοί θαμνώνες του Ρουδίου να μη διατηρούν τη φυσική πρωτογενή τους μορφή και να βρίσκονται σε διάφορα στάδια διατήρησης ή υποβάθμισης. Οι θαμνώνες και τα χαμηλά δέντρα του Ρουδίου διακρίνονται για την ποικιλία της δομής τους και την πλουσιότατη χλωρίδα τους. Κυριαρχούνται από αείφυλλα και σκληρόφυλλα δέντρα, θάμνους και ημίθαμνους, προσαρμοσμένα στο τυπικό μεσογειακό κλίμα με το παρατεταμένο, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι και τον ήπιο, υγρό χειμώνα (Φοίτος κ.α., 2015). Η δυσμενής για τα φυτά αυτά περίοδος είναι το καλοκαίρι. Την εποχή αυτή, οι αείφυλλοι σκληρόφυλλοι θάμνοι του Ρουδίου αναστέλλουν την ανάπτυξή τους, ενώ η πλειονότητα των πολυετών ποωδών ειδών ξηραίνεται και η επιβίωσή τους επιτυγχάνεται με υπόγειους οφθαλμούς (ρίζες).

Η παιώνια
Εικ. 4. Η παιώνια (Paeonia mascula subsp. russoi) αποτελεί ένα από τα πιο όμορφα και εντυπωσιακά είδη χλωρίδας των θαμνώνων του Ρουδίου.

Οι θαμνώνες σκληρόφυλλων (αειθαλών) πλατύφυλλων στο όρος Ρούδι αποτελούν υπολείμματα μιας παλαιότερης ευρύτερης εξάπλωσης. Η υποβάθμισή τους έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάστασή τους από αείφυλλους θαμνώνες ύψους 2-6 μέτρων, συχνά πυκνούς και αδιαπέραστους. Τα πυκνά μακί είναι φτωχά σε ποικιλία ειδών, ωστόσο φιλοξενούν πλούσια ποώδη χλωρίδα, όταν η φυλλωσιά τους διασπάται. Είναι προσαρμοσμένα στη χειμερινή-εαρινή αύξηση, με περίοδο λήθαργου το καλοκαίρι. Σχηματίζονται κυρίως από την αριά (Quercus ilex - Εικ. 3), ένα είδος που ευνοείται ιδιαίτερα σε υγρά παραθαλάσσια κλίματα, ενώ συμμετέχουν είδη, όπως (Φοίτος & Damboldt, 1985): το πουρνάρι (Quercus coccifera), το φιλλύκι (Phillyrea latifolia), ο σκίνος (Pistacia lentiscus), η αγριοκουμαριά (Arbutus unedo), η γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne - Εικ. 2), το ρείκι (Erica arborea), το χαμορείκι (Erica manipuliflora), η χαρουπιά (Ceratonia siliqua), η μυρτιά (Myrtus communis), το σπάρτο (Spartium junceum) κ.ά. Στις διαπλάσεις της αριάς, ιδιαίτερα στις καλύτερες θέσεις του Ρουδίου, βρίσκονται σε μείξη και άλλα φυλλοβόλα είδη, όπως (Ευθυμιάτου-Κατσούνη, 1998): η κοκκορεβιθιά (Pistacia terebinthus), το χρυσόξυλο (Cotinus coggygria - Εικ. 5), η κουτσουπιά (Cercis siliquastrum), ενώ την έντονη ποικιλότητα συμπληρώνουν αναρριχώμενα φυτά, όπως: ο αρκουδόβατος (Smilax aspera), η κληματίδα ή αγράμπελη (Clematis flammula) και το έρπον άγριο σπαράγγι (Asparagus acutifolius). Κάτω από τους θάμνους ξεχωρίζουν είδη, όπως οι παιώνιες (Paeonia mascula subsp. Russoi - Εικ. 4), τα κεφαλάνθηρα (Cephalanthera rubra - Εικ. 7), οι βιόλες (Viola odorata), παρασιτικά είδη, όπως, ο λύκος της λαδανιάς (Cytinus hypocistis), πολλά είδη ορχιδέας και άλλα.

Το χρυσόξυλο
Εικ. 5. Το χρυσόξυλο (Cotinus coggygria - Ρους ο κότινος), του οποίου το όνομα προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «Ρους».

Στο Όρος Ρούδι, στο κεντρικό πάρκο, σε υψόμετρο περίπου 1.000 μ., θα συναντήσουμε επίσης αραιούς θαμνώνες, με κυρίαρχο είδος τον κράταιγο ή μουτσιά (Crataegus monogyna - Εικ. 6). Σποραδικά συμμετέχει στη σύνθεσή τους και η κεφαλληνιακή ελάτη (Abies cephalonica) με μικρή σταθερή παρουσία. Στη βλάστηση επίσης συμμετέχουν σκληρόφυλλα είδη, όπως το περνάρι (Quercus coccifera), η αγραπιδιά (Pyrus amygdaliformis) και το φυλλίκι (Phillyrea latifolia) με μικρό βαθμό παρουσίας, φρύγανα, όπως η ασφάκα (Phlomis fruticosa) και η γαλατσίδα ή αγκλέουρας (Euphorbia rigida), αλλά και πολλά ποώδη είδη. Το ύψος των θάμνων δεν ξεπερνάει τα 2 μ. Οι συστάδες με κράταιγο καταλαμβάνουν έκταση ίση με 300 στρέμματα στην κεντρική περιοχή του Ρουδίου, σε υψόμετρα 800-1.000 μ. (Γεωργιάδης κ.ά., 2009).

Κλαδίσκος με άνθη και φύλλα του κράταιγου
Εικ. 6. Κλαδίσκος με άνθη και φύλλα του κράταιγου (Crataegus monogyna), ο οποίος δημιουργεί έναν ξεχωριστό τύπο βλάστησης στο Ρούδι.

Στο Όρος Ρούδι θα συναντήσουμε τέλος και υψηλούς δενδρώδεις θαμνώνες με πουρνάρι (Quercus coccifera). Η βλάστηση αυτών των συστάδων αποτελείται από υψηλά δέντρα (2-6 μ.), ενώ μικρή είναι η συμμετοχή των άλλων θαμνωδών ειδών που αναφέρθηκαν παραπάνω. Επίσης, στο έδαφος θα συναντήσουμε λιγοστά είδη χλωρίδας. Το πουρνάρι είναι ένα είδος με ισχυρή αναγεννητική ικανότητα, το οποίο μπορεί να ανθίσταται στις ανθρώπινες επιδράσεις (πυρκαγιές, βόσκηση). Στις περισσότερες περιπτώσεις η συχνότητα και η ένταση των επιδράσεων αυτών καθορίζει τη δομή των θαμνώνων αυτών. Ο συγκεκριμένος τύπος οικοτόπου με την ονομασία «Δάση Πρίνου» καταλαμβάνει μικρές εκτάσεις στο Ρούδι, σε υψόμετρα 650-900 μ. Τα χαρακτηριστικά είδη βλάστησης των θαμνώνων αυτών είναι: το πουρνάρι (Quercus coccifera), το φυλλίκι (Phillyrea latifolia), o αρκουδόβατος (Smilax aspera), το αγριοσπάραγγο (Asparagus acutifolius) (Κωνσταντινίδης κ.ά., 2015).

Παλαιότερα, οι θαμνώνες του Ρουδίου και του Αίνου υλοτομούνταν σε μεγάλο βαθμό μαζί με άλλους αείφυλλους πλατύφυλλους θάμνους (πουρνάρια, κουμαριές, φυλλίκια κ.ά.), γιατί έδιναν άριστης ποιότητας ξυλοκάρβουνα και ασβέστη, γι’ αυτό και έχουν διατηρηθεί σχετικά τοπωνύμια σε περιοχές του Αίνου, π.χ. «καρβουνόλακκος» (Ευθυμιάτου-Κατσούνη, 2012). Σήμερα η εκμετάλλευση αυτή έχει σταματήσει και οι θαμνώνες εποπτεύονται από το προσωπικό φύλαξης του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος & Κλιματικής Αλλαγής με συνεχείς περιπολίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα δράσης για την προστασία τους από το προσωπικό Επόπτευσης/Φύλαξης του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α. αποτελεί η αποστολή φύλλων αγριοκουμαριάς (Arbutus unedo) που εμφάνισαν μαύρα στίγματα στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο για εργαστηριακή εξέταση το 2012. Διαπιστώθηκε, λοιπόν, ότι οι κουμαριές είχαν προσβληθεί από «σκωρίαση», μία γνωστή φυτική ασθένεια που προκαλείται από τον μύκητα Pucciniastrum sp., χωρίς να κινδυνεύουν περαιτέρω με ξήρανση και χωρίς να μεταδίδεται η ασθένεια αυτή στην κεφαλληνιακή ελάτη. Από έρευνες (Κωνσταντινίδης κ.ά., 2015) που έχει ολοκληρώσει ο Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α., διαπιστώθηκε ότι οι θαμνώνες του Ρουδίου παρουσιάζουν την καλύτερη δομή και ανάπτυξη από όλους τους χερσαίους οικοτόπους του Εθνικού Δρυμού Αίνου.

Το κεφαλάνθηρο
Εικ. 7. Το κεφαλάνθηρο (Cephalanthera rubra), μία ορχιδέα, η οποία φύεται στην σκιά των  θαμνώνων του Ρουδίου.

Οι περίφημοι θαμνώνες του Ρουδίου σήμερα αποτελούν εξαιρετικό τοπίο φυσικής ομορφιάς της κεφαλονίτικης γης. Οι ωφέλειές τους για τους κατοίκους και το νησί είναι σημαντικές και προφανείς. Καταρχήν, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του εδάφους, στην προστασία από την εδαφική διάβρωση, καθώς και στην αποτροπή των πλημμυρών. Στους θαμνώνες, επίσης, παράγονται άγρια φρούτα, μανιτάρια, αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά, ενώ περιλαμβάνονται σημαντικά μελισσοτροφικά είδη. Αποτελούν σημαντικό βιότοπο για τη διατήρηση ειδών πανίδας και ορνιθοπανίδας και συμβάλλουν στην προστασία της βιοποικιλότητας. Απειλούνται κυρίως από τις πυρκαγιές, την υπερβόσκηση και τη λαθροϋλοτομία.

 

Βιβλιογραφία

* Γεωργιάδης Θ. κ.ά., 2009. Εφαρμογή Συστήματος Παρακολούθησης και Αξιολόγησης Οικολογικής Κατάστασης Τύπων Οικοτόπων (Οδηγία 92/43/ΕΕ). Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Αίνου.

* Κοράκης Γ., 2012. Η χλωρίδα και η βλάστηση των δασών της Ελλάδας. στο Α.Χ. Παπαγεωργίου, Γ. Καρέτσος και Γ. Κατσαδωράκης (επιμ. έκδοσης). Το Δάσος: Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση. WWF Ελλάς, Αθήνα, σελ. 25-41.

* Κωνσταντινίδης Π. κ.ά., 2015. Υποβοήθηση στην αξιολόγηση της κατάστασης διατήρησης των Τύπων Οικοτόπων του Εθνικού Δρυμού Αίνου. Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Αίνου.

* Ευθυμιάτου-Κατσούνη Ν., 1998. Αφιέρωμα στον Εθνικό Δρυμό Αίνου. Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κεφαλονιάς & Ιθάκης, σελ. 172.

* Ευθυμιάτου-Κατσούνη Ν., 2012. Οι ανθρώπινες επιδράσεις στην εξελικτική πορεία της χλωρίδας και της βλάστησης της Κεφαλληνίας από την προϊστορική εποχή μέχρι σήμερα: Μελέτη για εφαρμογή στην περιβαλλοντική εκπαίδευση. Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης & της Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία, σελ.417.

* Φοίτος Δ. & Damboldt J., 1985. Η χλωρίδα της νήσου Κεφαλληνίας. Βοτανικά Χρονικά 5 (1-2): 1-204.

* Φοίτος Δ., Καμάρη Γ., Κατσούνη Ν. & Μήτσαινας Γ., 2015. Το Όρος Αίνος της Κεφαλονιάς. Ιστορία, Φυσιογεωγραφία, Βιοποικιλότητα. Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Αίνου. Κεφαλονιά, σελ.333.

 


Το ανωτέρω άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ‘‘Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος’’ Περίοδος Β΄, τεύχος 26, Απρίλιος-Ιούνιος 2018

Οι φωτογραφίες προέρχονται από το φωτογραφικό αρχείο του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος & Κλιματικής Αλλαγής και από το αρχείο του Χρήστου Μαρούλη, Φωτογράφου Άγριας Ζωής τον οποίο ευχαριστούμε θερμά.